«Η Ελλάδα μετά την πανδημία»

«Η Ελλάδα μετά την πανδημία»

Η πανδημία ήρθε σε μια στιγμή κομβική για την πορεία της χώρας μας. Ήταν η στιγμή που αφήναμε πίσω μας τη δεκαετή οικονομική κρίση, αμέσως μετά από μια σημαντική πολιτική αλλαγή που θα μας επέτρεπε να επουλώσουμε τις ανοικτές πληγές μας. Αυτή η πορεία ανακόπηκε και σήμερα, οδεύοντας προς το οριστικό τέλος της πανδημίας, αναγνωρίζουμε τα βαθιά σημάδια που έμειναν σε πολλές πτυχές της οικονομίας και της κοινωνίας.

Όμως όπου υπάρχει κρίση, δεν υπάρχει μόνο καταστροφή. Λαοί και κυβερνήσεις επέδειξαν μοναδική συνέπεια και προσήλωση στις οδηγίες των ειδικών. Η επιστήμη κέρδισε κατά κράτος τις ψευδο-επιστήμες, ενώ οι αρνητές περιθωριοποιήθηκαν και η επιστημονικότητα έγινε ξανά επίκαιρη. Γιατί ξαφνικά νιώσαμε όλοι πόσο ευάλωτοι είμαστε, ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο και ότι μόνο μέσω του ορθού λόγου, της μετριοπάθειας και της γνώσης, οδηγούμαστε σε λελογισμένες πολιτικές και με σχετική ασφάλεια στο μέλλον. Και αντιληφθήκαμε όλοι μας, με έναν βαθύ και ασυνείδητο τρόπο, ότι η τεχνολογία και οι επιστήμες αποτελούν τελικά τα ισχυρότερα όπλα της ανθρωπότητας μπροστά στις μεγάλες προκλήσεις.

Την ίδια στιγμή, κράτη και ιδιωτικές εταιρείες ένωσαν δυνάμεις και παρά τις παραφωνίες, η συνεργασία κρίνεται απόλυτα επιτυχημένη. Ασφαλή και καινοτόμα εμβόλια αναπτύχθηκαν και παρασκευάστηκαν σε χρόνο ρεκόρ, εμβολιαστικές αλυσίδες στήθηκαν χωρίς προηγούμενη εμπειρία και η τεχνολογία στάθηκε με επάρκεια στο πλευρό της ιατρικής, προκειμένου μια ιστορικά πρωτοπόρα εμβολιαστική προσπάθεια να τεθεί σε εφαρμογή. 

Ταυτόχρονα, η χώρα μας κινήθηκε γρήγορα και αποφασιστικά, απλώνοντας δίκτυ προστασίας της οικονομίας και της εργασίας που μετρίασε τις αρνητικές επιπτώσεις. Με επιτυχημένες δράσεις που στήριξαν τον κόσμο της εργασίας και ενίσχυσαν τη ρευστότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων, διατηρήθηκε σχεδόν ανέπαφος ο κοινωνικός μας ιστός και έμεινε αλώβητη η προοπτική της ανάκαμψης, μετά το τέλος της πανδημίας. Η χώρα μας αντιμετώπισε άρτια το πρώτο κύμα και συνέχισε θωρακίζοντας το ΕΣΥ, αποφεύγοντας τα χειρότερα και διατηρώντας ακόμα σημαντικές εφεδρείες. Η αυταπάρνηση του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, η αναβάθμιση και ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας και οι συνέργειες με τον ιδιωτικό τομέα, οι επιτυχημένες δράσεις αναστήλωσης ενός παρηκμασμένου κρατικού μηχανισμού, η ανάπτυξη μιας σοβαρής δομής ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες που δεν σταμάτησαν ποτέ και η συνέπεια και η σοβαρότητα που επέδειξαν πολίτες και Πολιτεία, αποτελούν τη σημαντικότερη παρακαταθήκη αυτής της πρωτοφανούς κρίσης.

Η πραγματικότητα μπροστά μας όμως είναι αμείλικτη και οφείλουμε να μην ονειροβατούμε. Αν και η χώρα μας προέρχεται από μια δεκαετή προσπάθεια βελτίωσης των δομών της και του παραγωγικού της μοντέλου, συνεχίζει να εμφανίζει σημαντικές δομικές και θεσμικές αδυναμίες. Το τραπεζικό μας σύστημα δεν λειτουργεί εύρυθμα και αποδοτικά, η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων παραμένει προβληματική, ενώ η απονομή της δικαιοσύνης συνεχίζει να είναι αργή, με αποτέλεσμα να φαίνεται αναποτελεσματική σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας και της οικονομίας.

Η δημόσια διοίκηση παραμένει ο μεγάλος ασθενής. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες, η γραφειοκρατία συνεχίζει να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις σχέσεις πολίτη-κράτους, ενώ από την απουσία ρεαλιστικών προτάσεων της αντιπολίτευσης και των κοινωνικών εταίρων, μέχρι την οπισθοδρομική προσήλωσή τους σε πρακτικές και νοοτροπίες του περασμένου αιώνα, η χώρα δεν αποκομίζει τίποτα, μένοντας προσκολλημένη σε έναν δημόσιο διάλογο με παρελθοντικούς όρους. Αλλά και για την Παιδεία, αντί να ζητούν καλύτερη έρευνα, βελτίωση των υποδομών και αξιολόγηση, αναβάθμιση των προγραμμάτων και διασύνδεσή τους με την καινοτομία, εκσυγχρονισμό της διοίκησης και ενίσχυση της εξωστρέφειας, αντιτίθενται ακόμα και στα αυτονόητα, κλείνοντας το μάτι σε αντιδραστικές και οπισθοδρομικές μειοψηφίες.

Συνοψίζοντας, όπως και πριν την πανδημία, έτσι και μετά, η χώρα μας συνεχίζει να έχει τις ίδιες θεμελιώδεις προτεραιότητες: ανάγκη για διαρκείς και βαθιές τομές, ανάπτυξη πολύπλευρης και ανθεκτικής οικονομίας, εμπέδωση μιας ανοικτής και δίκαιης κοινωνίας, στήριξη της κοινωνικής κινητικότητας χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς και θεμελίωση μιας ισχυρότερης Ελλάδας που τιμά τις ρίζες και τις παραδόσεις της, σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Με τους επιπλέον πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ, αλλά και με πολιτική αποφασιστικότητα και επιχειρησιακή επάρκεια, οφείλουμε να κάνουμε πράξη τη βούληση της μεγάλης δημοκρατικής κοινωνικής πλειοψηφίας. Επί αυτού άλλωστε κρινόμαστε όλοι μας.

 

Περικλής Π. Μαντάς

Βουλευτής Μεσσηνίας